Πολιτισμός (18+ only)
Thursday, July 21st, 2005(προειδοποίηση: πρόκειται για βαρετό και τεράστιο post. Πρέπει να τα συντομέψω, έχω αρχίσει να μου τη σπάω. Επίσης μην το διαβάσετε αν για κάποιο λόγο συμπαθείτε τις κατσαρίδες. btw αν συμπαθείτε τις κατσαρίδες δε σας θέλω στο μπλογκ μου)
Προχθές σκότωσα μια κατσαρίδα.
Περίπου δηλαδή.
Θα περίμενε κανείς μετά από 3 χτυπήματα με το παπούτσι και να είχε επιτέλους ψοφήσει. Αντί γι’ αυτό, συνέχιζε να σέρνεται και να κουνιέται. Την ξαναχτύπησα. Ακινητοποιήθηκε.
Ουφ, καιρός ήταν!
Πήγα να πάρω τη μπύρα από το ψυγείο (που ήταν κατά το ήμισυ ο αρχικός σκοπός του νυχτερινού μου ταξιδιού στα εξώτερα του σπιτιού, μέχρι την αμοιβαία ατυχή συνάντηση με την κατσαρίδα). Όταν ξαναπέρασα από το πεδίο της μάχης, η κατσαρίδα είχε μετακινηθεί γύρω στο μισό μέτρο. Μερικά πλάσματα είναι πραγματικά πεισματάρικα. Την ξαναχτύπησα.
Το βούλωσε.
Πήγα να πάρω ποτήρια (το άλλο ήμισυ του αρχικού σκοπού μου) και στο τραπέζι της κουζίνας ήταν αφημένο το On-Off, το τηλεπεριοδικάκι της Ελευθεροτυπίας. “Οι Έλληνες είναι κανίβαλοι” έλεγε ο Πασχάλης Τσαρούχας στο εξώφυλλο. Ε, το άνοιξα κι εγώ να δω γιατί είναι κανίβαλοι: απ’ ό,τι φαίνεται είναι κανίβαλοι επειδή αποκαθήλωσαν την Κατερίνα Θάνου μόλις επισημοποιήθηκε ότι μάλλον δεν ήταν “καθαρή”, ενώ το σωστό ήταν να γουστάρουν από την αρχή για το γεγονός και μαγκιά της της κοπέλας που μας έκανε περήφανους. ΟΚ. Είναι κι αυτό μια άποψη. Έκλεισα το On-Off και κατευθύνθηκα, με μπύρα και ποτήρια προς το χώρο ξυδοκατανάλωσης, όπου και οι sisters. Φυσικά πέρασα για τρίτη φορά από το πεδίο της μάχης.
Κουνιόταν ΑΚΟΜΑ. Είχε μόλις φάει 5 χτυπήματα με το παπούτσι. Της έλειπαν δύο πόδια από αριστερά και ένα από δεξιά, η κοιλιά της είχε πολτοποιηθεί, η μία κεραία ήταν σπασμένη. Κι όμως σερνόταν αργά-αργά προς την κουζίνα. Αυτό θα πει θράσος. Αν της είχε μείνει κώλος, είμαι σίγουρος ότι θα τον επεδείκνυε περιπαικτικά στους Νόμους της Φύσης. Για μια στιγμή αισθάνθηκα δέος: αυτά τα πλάσματα είναι άτρωτα.
Ευτυχώς η Μαμά Φύση δεν είχε αφήσει αναπάντητη αυτήν την Ύβρη. Πιο προσεκτική επισκόπηση των πραγμάτων αποκάλυψε ότι κάτι μυρμήγκια είχαν ανακαλύψει τη νομικά νεκρή κατσαρίδα. Άνοιξα τη μπύρα και έκατσα να απολαύσω το show.
Μέσα σε λιγότερο από 2 λεπτά, τα μυρμήγκια είχαν γίνει εκατοντάδες και η κατσαρίδα ζωντάνεψε για τα καλά. Άρχισε να απομακρύνεται σχετικά γρήγορα. Αν εξαιρέσεις το look της που περιέγραψα πιο πάνω, ήταν σχεδόν σα να μην την είχα χτυπήσει ποτέ. Τα μυρμήγκια πάντως δεν την ακολούθησαν. Απλά συνέχισαν να συγκεντρώνονται κατά χιλιάδες στο σημείο που ήταν πριν, ασχολούμενα με τα κομμένα πόδια που είχαν ξεμείνει. Γιατί ρε γαμώτο; Τι αμαρτίες πλήρωνα άραγε εκείνο το προχθεσινό βράδυ; Δεν έχουμε καν κατσαρίδες στο σπίτι, ήταν μόλις η 10η ή 11η που έχω συναντήσει τα τελευταία 16 χρόνια. Και οι Νόμοι της Φύσης; Πού τους βάζετε αυτούς; Μπορεί να μην είναι γραμμένοι πουθενά, αν όμως ήταν, σίγουρα ένας από τους πιο σημαντικούς θα ήταν ο Νόμος “όταν σε πολτοποιούν τα τινάζεις”. Όπως όλοι οι άνθρωποι, προτιμώ το Σύμπαν μου σχετικά τακτοποιημένο και αν μια κατσαρίδα έχει αντίθετη γνώμη, τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν.
Πήρα λοιπόν ένα χαρτί και την έσπρωξα πίσω στα μυρμήγκια. Αυτά την κάλυψαν και άρχισαν, περιχαρή, να την ξεσκίζουν. Η χαρά τους κράτησε μόνο 2 δευτερόλεπτα, γιατί μετά από αυτό το χρονικό διάστημα η κατσαρίδα την ξαναπούλεψε, με 5-6 μυρμήγκια γαντζωμένα πάνω της!
Ως εδώ. Της έχωσα άλλη μία με το παπούτσι. Δεν έτρεφα πλέον ψευδαισθήσεις ότι θα πέθαινε, αλλά τουλάχιστον ήλπιζα πως μετά από αυτό δε θα μπορούσε πια να ξεφύγει από τα μυρμήγκια.
Είχα δίκιο. Της άλλαξαν τα φώτα. Σχεδόν τη λυπήθηκα. Στο κάτω-κάτω αν ο Βουδισμός έχει δίκιο, αυτή η κατσαρίδα μπορεί στην προηγούμενη ζωή της να ήταν άνθρωπος ή κουταβάκι. Από την άλλη βέβαια, ό,τι και να ήταν, σίγουρα έκανε πολύ χοντρά καφριλίκια για να καταλήξει κατσαρίδα. Ίσως στην προηγούμενη ζωή της να ήταν ο Χίτλερ, ή κανένα τσιράκι του. Οπότε καλά της έκανα.
(είμαι πολύ καλός στις δικαιολογίες)
Όλα αυτά τα σκεφτόμουν καθώς πήγαινα προς το σκουπιδοτενεκέ, να πετάξω τη μπύρα και τη φονική χαρτοπετσέτα. Μπορώ να πω πως είχα φοβερά κέφια. Ειδικά η ελεεινά γλοιώδης δικαιολογία που σκέφτηκα για το απαίσιο έγκλημά μου, μου χάρισε ένα είδος εντελώς διεστραμμένης ικανοποίησης. Σχεδόν κρατήθηκα να μη γελάσω σατανικά. Τελικά είναι γαμάτα να είσαι κακός. Πέταξα τα σκουπίδια και πήρα το δρόμο της επιστροφής, περνώντας για 4η φορά από το τελευταίο τοπίο που κοίταξε η μακαρίτισσα. Θαύμασα το έργο μου: η κατσαρίδα είχε καλυφθεί σχεδόν ολοκληρωτικά από μυρμήγκια. Δεν είχε πια καθόλου κεραίες, δεν είχε καθόλου κοιλιά και της είχαν μείνει μόνο δύο πόδια.
Τα οποία την έσερναν αργά αλλά σταθερά μακριά από τα φονικά μυρμήγκια.
Αυτό ήταν. Παρ’ όλο που γενικά συμπαθώ τα μυρμήγκια, με είχαν απογοητεύσει οικτρά. “Άντε γαμηθείτε κι εσείς!” σκεφτηκα. Πήγα λοιπόν στην κουζίνα, πήρα το κατσαριδιμυρμηγκοκτόνο και τα έκανα όλα λούτσα.
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ Η ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ ΤΑ ΤΙΝΑΞΕ! (το ίδιο και μερικές χιλιάδες μυρμήγκια)
Πολιτισμός-Φύση: 8-6 στην παράταση.
Κάτι μου λέει πως κέρδισα μόνο έναν αγώνα και όχι το πρωτάθλημα.