Πριν ένα ή δύο χρόνια στο κλουβί με τις τρελές είχε σκάσει ένας που ισχυριζόταν ότι είχε ανακαλύψει την Αλήθεια για το μέλλον του Κόσμου. Συγκεκριμένα την είχε ανακαλύψει σε μια προφητεία της Βίβλου που κατά τη γνώμη του προδιέγραφε με απόλυτη ακρίβεια την ιστορία της περιοχής μας από τον 6ο π.Χ. αιώνα μέχρι περίπου το 2100 (αν θυμάμαι καλά). Θεωρούσε δε το γεγονός κορυφαία ανακάλυψη. Είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ, που ξόδεψε όλο το εφάπαξ του για να εκδόσει ένα βιβλίο πάνω στο θέμα και να φωτίσει την Ανθρωπότητα.
Δυστυχώς, στα ερευνητικά του προσόντα δεν περιλαμβάνονταν η γνώση της Αγγλικής, ούτε στην ερευνητική του μεθοδολογία περιλαμβάνονταν η επισκόπηση της βιβλιογραφίας. Κατά συνέπεια, δεν είχε τρόπο να ξέρει ότι το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε, δηλαδή ο Δανιήλ 11, είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ζητήματα τα τελευταία 1500 χρόνια (1.200.000 αποτελέσματα δεν είναι και λίγα!).
Η προφητεία περιγράφει με αξιοθαύμαστη πραγματικά ακρίβεια μια σειρά ιστορικά γεγονότα στη Μ. Ανατολή, γεγονότα που συνέβησαν πολύ μετά το θάνατο του υποτιθέμενου συγγραφέα της. Ως εκ τούτου έχει χρησιμοποιηθεί από την Εκκλησία σαν βαρύ πυροβολικό στο γνωστό debate “υπάρχει Θεός;”. Ταυτόχρονα, έχει αναπτυχθεί ένας πολύ τεκμηριωμένος αντίλογος, που με γλωσσολογικά, αρχαιολογικά και ιστορικά τεκμήρια τοποθετεί το πραγματικό έτος συγγραφής της προφητείας γύρω στα μέσα του 2ου αιώνα, 300 χρόνια μετά το θάνατο του Δανιήλ. Έχουμε όπως καταλαβαίνετε δύο αντιδιαμετρικές απόψεις για το θέμα. Εγώ φυσικά βρίσκω τη δεύτερη σαφώς πιο πειστική, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας είναι ότι και οι δύο απόψεις συμφωνούν πως το χρονικό διάστημα που επιχειρεί να προδιαγράψει (ή να αφηγηθεί) η προφητεία σταματά στα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα. Και ο τύπος, μην ξέροντας καλά αρχαία, είχε παρερμηνεύσει έναν κρίσιμο στίχο κάπου στη μέση και ξεκίνησε να αρμενίζει προς το 2100!
Και ιδού το ερώτημα: του το λες, ή δεν του το λες; Του λες ότι ξόδεψε το εφάπαξ του για μια τεράστια μαλακία, ή τον αφήνεις στην ευτυχία του;
Τελικά του το είπα. Αμέσως το μετάνιωσα, αλλά τελικά αποδείχθηκε ότι τζάμπα μπήκα στη διαδικασία: μου πέταξε ένα αντεπιχείρημα εντελώς της πούτσας, στην επόμενη παράγραφο έγραψε κάτι ακατάληπτο, και… απλά συνέχισε να πιστεύει αυτό που πίστευε. Ήταν σα να μην του είχα πει τίποτα. Δε με αγνόησε. Με διέγραψε κανονικότατα από τη μνήμη του. Πιστεύω πως ακόμα και αν κάποιος του βασάνιζε το παιδί μπροστά στα μάτια του και ο μόνος τρόπος να σταματήσει ήταν να θυμηθεί ο τύπος ότι του είπα αυτά κι αυτά, ο τύπος ειλικρινά δε θα θυμόταν τίποτα. Το φαινόμενο το έχω δει έκτοτε να επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, αλλά δεν παύει να με εντυπωσιάζει.
Έχω έρθει σε σοβαρές διαφωνίες με άπειρους ανθρώπους. Μερικοί είχαν δίκιο και μου άλλαξαν γνώμη για πολύ θεμελιώδη ζητήματα (αν και συνήθως το παραδέχομαι 2-3 μήνες μετά). Άλλοι είχαν άδικο και το παραδέχθηκαν. Με πολλούς υπήρξε ακραία διαφωνία και έχασα την ψυχραιμία μου.
Αλλά ο τελευταίος χρόνος με έκανε να σκεφτώ πάρα πολύ κάποια πράγματα (που ήδη τα σκεφτόμουν απλά πολύ) και στο εξής προσπαθώ πρώτα απ’ όλα να καταλάβω τον άλλον. Γιατί για να επιδεικνύει κάποιος παράλογη συμπεριφορά, έχει τους λόγους του. Και δεν εννοώ “έχει τα δικά του στοιχεία”, εννοώ “έχει τα δικά του προβλήματα”, με την ψυχολογική έννοια. Εγώ π.χ. αντιδρώ εντελώς παράλογα στο θέαμα μιας κατσαρίδας, λόγω παιδικού τραύματος. Όλοι είμαστε ανωμαλάρες κατά βάθος και σε κάποια θέματα. Γιατί το “ομαλό” είναι μέσος όρος και δεν υπάρχει κανείς που να είναι έτσι. Υπόψη: το ότι καταλαβαίνεις το άλλον δε σημαίνει ότι δε θα τον πάρει ο διάολος. Και οι βιαστές παιδιών σίγουρα είχαν τα προβλήματά τους για να γίνουν τέτοιοι, αλλά αυτό δεν τους γλιτώνει (ούτε θα έπρεπε να τους γλιτώνει) από τη φυλακή.
Και το ερώτημα είναι: όταν έχεις καταλάβει τον άλλον και η εικόνα που έχεις καταλάβει είναι αξιοθρήνητη; Το λες, ή δεν το λες; Και αν το έχεις καταλάβει, τι νόημα έχει να το πεις; Είσαι από πάνω, έτσι δεν είναι; Έχεις το απόλυτο πλεονέκτημα: ξέρεις (όχι πιστεύεις, ξέρεις) ότι ο άλλος κάνει λάθος και ξέρεις και ακριβώς γιατί κάνει λάθος (γιατί είναι ένα πραγματικά αξιολύπητο πλάσμα κι εσύ είσαι 25 και όλα σου πάνε καλά και είχες 100 φορές πιο θετικές εμπειρίες στη ζωή σου), οπότε τι νόημα έχει να ασχοληθείς περαιτέρω;
Προσπαθώ να σκεφτώ λόγους για να μην παρασυρθώ σε ένα flamewar με ένα άτομο που πραγματικά λυπάμαι (και σιχαίνομαι, που είναι πρακτικά το ίδιο), και ο βασικός λόγος που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι δεν έχει νόημα να βγω από πάνω, από τη στιγμή που είμαι από πάνω. Διαπιστώνω ότι αυτό εκλαμβάνεται -βλακωδώς- ως κάποιο είδος αδυναμίας σε έναν πόλεμο που διαδραματίζεται αποκλειστικά στο εσωτερικό ενός εξαιρετικά αραιοκατοικημένου και αχρησιμοποίητου κρανίου. Το να μπω εκεί μέσα και να τα κάνω όλα πουτάνα είναι πάντοτε μία διαθέσιμη επιλογή, αλλά δε νομίζω ότι θα βελτιώσει κάτι.
Παρ’ όλα αυτά, δεν έχω ιδιαίτερο πρόβλημα να κάνω αυτήν την επιλογή. Το ότι δε θα κερδίσω κάτι, δε σημαίνει ότι θα ξοδέψω και κάτι το ιδιαίτερο. Ούτε σημαίνει ότι ο άλλος δε θα πακετωθεί χοντρά (εκτός αν παίξει ο μηχανισμός αυτοπροστασίας διά της διαγραφής των ενοχλητικών δεδομένων).
Θα δούμε.