Θα έχετε ίσως δει παλιές φωτογραφίες, από αυτές που πήγαινες και στηνόσουν μπροστά στο φωτογράφο για να έχεις την πόζα μια ζωή. Βλέπετε υπήρξε μια εποχή που η φωτογραφία ήταν υπερδιαστημική τεχνολογία για τα δεδομένα της Ελλάδας. Δε μπορούσε να την κατέχει ο καθένας όπως σήμερα. Οπότε φωτογράφηση είχε μόνο σε σημαντικές περιστάσεις: γενέθλια, γάμους, εκδρομές (εξίσου σπάνιο γεγονός) και τέτοια.
Χαζεύω αυτή τη στιγμή μια τέτοια φωτογραφία, που έχει τραβηχθεί στα τέλη της δεκαετίας του ‘20. Είναι πραγματικά μία από τις πιο ωραίες φωτογραφίες που έχω δει στη ζωή μου: δυο μπόμπιρες, 2-3 ετών, μάλλον αγουροξυπνημένοι ρίχνουν ελαφρώς ενοχλημένες ματιές στο φακό. Ένα τρίτο, γύρω στα 7, τα αγκαλιάζει με προστατευτικό ύφος, λες και είναι ο μπαμπάς τους. Το όλο αποτέλεσμα είναι καταπληκτικό. Δεν έχω άλλη λέξη να το περιγράψω. Είναι μια πολύ τρυφερή εικόνα.
Η φωτογραφία είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτη, γιατί τραβήχτηκε με έξοδα της μάνας τους, που κάθε άλλο παρά της περίσσευαν εκείνον τον καιρό τα λεφτά. Βλέπετε, όταν ήταν έγκυος στο μικρότερο από τα πιτσιρίκια, έχασε τον άντρα της. Και παρ’ όλο που είχε δική της δουλειά (ήταν δασκάλα), πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για τότε, όλοι ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι να τα βγάλει πέρα μια χήρα με τρία παιδιά στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο αγκαλιάζει τα δύο μικρότερα με πατρικό ύφος: στ’ αλήθεια ήταν πλέον ο “πατέρας” τους, ή τουλάχιστον έτσι έκρινε με το 7χρονο μυαλουδάκι του.
Μετά μια άλλη φωτογραφία: Πάσχα 1939. Ο 7χρονος προστάτης είναι πλέον ένα 17χρονο παληκαράκι, και γυρίζει τη σούβλα. Τα αδέρφια του, η μάνα του, και κάποιοι άλλοι συγγενείς και φίλοι χαμογελούν στο φακό.
Αυτή η φωτογραφία είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτη, γιατί ήταν το τελευταίο ευτυχισμένο Πάσχα που πέρασαν όλοι αυτοί για πολλά χρόνια. Λίγους μήνες μετά ήρθε ο πόλεμος, αλλά αυτό ήταν -από πολλές απόψεις- το λιγότερο. Γιατί λίγο μετά από εκείνο το Πάσχα, το μεγαλύτερο αδερφό τον χτύπησε η αρρώστια των φτωχών, η φυματίωση, και πέθανε πριν καν κλείσει τα είκοσί του χρόνια.
Τώρα η μητέρα βρέθηκε σε ακόμα πιο δύσκολη θέση, γιατί βρέθηκε ξανά ολομόναχη με 2 ανήλικα, πάνω που ο μεγάλος της γιος θα τη βοηθούσε λίγο παραπάνω. Και καλά που είχε τα δύο ανήλικα, αλλιώς αποκλείεται να μην τρελαινόταν.
Το χειμώνα του ‘41-’42 τον έβγαλαν πάρα πολύ δύσκολα, όπως όλη η Αθήνα. Στη συνέχεια τα πράγματα βελτιώθηκαν, αλλά δεν υπήρχαν λεφτά ούτε για δείγμα. Εδώ σήμερα είναι χάλια ο μισθός του δασκάλου, σκεφτείτε στην κατοχική Αθήνα! Παρ’ όλα αυτά τα κουτσοβολέψανε. Και πάντα η μητέρα τους (και αυτή τη νοοτροπία πέρασε στα παιδιά της) προτιμούσε να κόβει ακόμα και από τα βασικά, παρά από τη μόρφωση των παιδιών της. Είμαι της γνώμης πως αυτό οφείλεται στο ότι η δικιά της μόρφωση ήταν το μόνο που την έσωσε από την ολική εξαθλίωση: όσο χάλια και να πληρωνόταν, τουλάχιστον είχε μια μόνιμη και αξιοπρεπή δουλειά.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι το 1946, όταν κούλαρε λίγο η κατάσταση στην πόλη (γιατί ο Εμφύλιος μεταφέρθηκε πιο έξω), οι δύο γιοι, 19 και 23 χρονών αντίστοιχα, μπήκαν στο Πανεπιστήμιο. Ο μικρός στο ΕΜΠ και ο μεγάλος στη Νομική. Και ταυτόχρονα έκαναν δουλειές του ποδαριού και όλα φαίνονταν να βαίνουν σχετικά καλώς. Αυτό δεν κράτησε πάνω από μερικούς μήνες, γιατί ο μικρός έπαθε κι αυτός φυματίωση και γρήγορα κρεββατώθηκε, και πριν το καλοκαταλάβουν άρχισαν σιγά-σιγά να ετοιμάζονται για νέα κηδεία.
Ωστόσο ο μικρός θα αποδεικνύονταν ασυνήθιστα τυχερός, γιατί ο μακαρίτης ο πατέρας του είχε έναν σχεδόν συνομήλικό του θείο που από το 1910 την είχε κάνει για Αμερική. Ο θείος ήταν τυπική περίπτωση μετανάστη της εποχής: έφυγε χωρίς δραχμή στην τσέπη και χωρίς να γνωρίζει καν τη γλώσσα, σε μια ηλικία που σήμερα θεωρούμε μάλλον παιδική. Στην Αμερική αναγκάστηκε να αλλάξει το όνομά του (από Μανώλης σε Michael) και για να μην τα πολυλογούμε έπλενε πιάτα με την ψυχή του και είχε κι από πάνω και τους Αμερικανούς να τον αντιμετωπίζουν σαν όρθιο σκατό. Αλλά στις αρχές του 1947 είχε καταφέρει να μην τον απασχολεί το θέμα της επιβίωσης και να μην ξεχωρίζει ιδιαίτερα από τους άλλους Αμερικάνους (γιατί είχε γίνει πλέον κι αυτός ένας τέτοιος: ποτέ δεν επέστρεψε στην Ελλάδα). Και το κυριότερο, φρόντιζε να ενημερώνεται για το τι γινόταν γύρω του. Έτσι, όταν έμαθε ότι το ανιψάκι του πέθαινε από φυματίωση, θυμήθηκε ότι πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο του New Jersey είχε απομονωθεί μια ουσία, η στρεπτομυκήνη: το πρώτο αντιβιωτικό που καταπολεμούσε τη φυματίωση. Έκανε τα κονέ του, προμηθεύθηκε μερικές δεκάδες αμπούλες και κατάφερε να τις στείλει στην Ελλάδα, μαζί με οδηγίες για τους γιατρούς.
Σαν πρώτο αποτέλεσμα, ο μικρότερος αδερφός τη γλίτωσε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή (και μάλιστα πρέπει να ήταν από τους πρώτους στην Ελλάδα που θεραπεύθηκαν από φυματίωση, εκτός αν η στρεπτομυκήνη ήταν ήδη διαθέσιμη και στη χώρα μας, αλλά χρειαζόσουν χοντρό βύσμα, πράγμα που θεωρώ εξόχως πιθανό).
Σαν δεύτερο αποτέλεσμα, υπάρχω εγώ σήμερα και πληκτρολογώ αυτό το κείμενο.
Γιατί αυτός ο 19χρονος ετοιμοθάνατος πιτσιρικάς του 1946 ήταν ο παππούς μου, που φέτος κλείνει αισίως τα 79 του χρόνια.
Αν δεν υπήρχε αυτός ο μετανάστης, δε θα υπήρχα εγώ. Τόσο απλά.
Έχω ονειρευτεί κάποια στιγμή που θα έχω αρκετά λεφτά, να πάω στο Illinois και να αφήσω 11 λουλούδια στον τάφο του, αφού πρώτα τον βρω. Ένα για τον παππού μου, τρία για τα παιδιά του παππού μου, εφτά για τα παιδιά των παιδιών του παππού μου. Κι αν έχουν υπάρξει κι άλλα παιδιά ως τότε, θα υπάρξουν κι άλλα λουλούδια. Αλλά δεν ξέρω αν θα βρω τον τάφο, ή αν θα υπάρχει. Αυτά έτσι κι αλλιώς συμβαίνουν μόνο στις ταινίες.
Anyway…
Αγαπητοί (τρόπος του λέγειν) Ρατσιστές Συνέλληνες (μπλιαχ):
Βλέπετε (εσκεμμένο το β’ πρόσωπο γιατί εγώ ΔΕΝ το κάνω) το μετανάστη δίπλα σας και δε συνειδητοποιείτε ότι αυτός είναι ένας άνθρωπος όπως εσείς, που πίσω του έχει αφήσει αγαπημένα μέρη και πρόσωπα και ήρθε εδώ για να βρει κάτι καλύτερο. Και υφίσταται καθημερινά προσβολές και τρώει το σκατό με το κουτάλι, όμως μπορεί να υπάρχουν στην πατρίδα του άνθρωποι για τους οποίους θα αποδειχθεί άγγελος. Μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που βασίζονται στα εμβάσματά του για να μην πεθάνουν από την πείνα. Και σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που τον σκέφτονται και λένε “κοίτα τον τυχεράκια, τη γλίτωσε από το σκατόλακκο”.
Σας πιπιλίζουν το μυαλό με ένα σωρό εθνικιστικές μαλακίες, με αποτέλεσμα να νομίζετε ότι οι ξένοι είναι κάποιου είδους “στρατός” που έχει αφεθεί να εισέλθει (αν όχι μεταφερθεί) από κάποιους που απεργάζονται την καταστροφή του έθνους μας και την αλλοίωση της εθνικής μας ταυτότητας και τέτοια. Ναι, ξύπνησε μια μέρα ο Αλβανός και είπε “ρε δεν πάω να φτιάξω μια μειονότητα για να πάρω πίσω την Ήπειρο από τους Έλληνες”… Πόσο ΗΛΙΘΙΟ ακούγεται αυτό; Πόσο ΗΛΙΘΙΟΣ είναι αυτός που το πιστεύει; Ή μήπως επειδή αυτός μες στη μιζέρια του κάθεται και ονειρεύεται Μεγάλες Ελλάδες και τέτοια για να ξεχνάει τα χάλια του, νομίζει ότι όλοι κάνουν το ίδιο; Και μάλιστα εκείνοι που αποδεδειγμένα προτίμησαν να κάνουν μια νέα αρχή αντί να κλαψομουνιάζονται με τα χάλια τους.
Όπως και να ‘εχει, και για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, εγώ όλα αυτά περί εθνικής ταυτότητας τα ακούω βερεσέ, για τον εξής απλούστατο λόγο:
“Θυμάστε” (και καλά) 1.000.000 λόγους να μισείτε ή να αισθάνεστε ανώτεροι από τους Τούρκους, τους Αλβανούς, τους Εβραίους, τους Καθολικούς, κύριος οίδε ποιους άλλους, για πράγματα που συνέβησαν από 80 έως (στις πιο κλινικές περιπτώσεις) 2.500 χρόνια πριν γεννηθείτε.
Αλλά δε θυμάστε σε τι κατάσταση ήταν οι ίδιοι σας οι πατεράδες και οι παππούδες μέχρι πριν 30 χρόνια (και σε ορισμένες περιοχές μέχρι πριν 15 χρόνια. Ή μήπως νομίζετε ότι η εσωτερική μετανάστευση δεν είναι μετανάστευση;). Να τη χέσω λοιπόν την “ταυτότητά” σας, έθνος κομπλεξικών! Και στο κάτω-κάτω, καλύτερα να μην αρχίσω να γράφω για το τι φυλετικό και πολιτισμικό μπαστάρδεμα έχει πέσει σε τούτα εδώ τα χώματα τα τελευταία 4000 χρόνια (ΑΔΙΑΚΟΠΑ) ώστε να προκύψει αυτό που είστε (και όχι αυτό που ΝΟΜΙΖΕΤΕ ότι είστε) γιατί δε μου φτάνουν ούτε 20 χέρια.
Θα μου πείτε “αυτά τα λες εσύ J95, από τη middle class άνεσή σου”.
Σας απαντάω λοιπόν ότι τη middle class άνεσή μου, μαζί με όλην την ύπαρξή μου, την οφείλω σε κάποιο ρακένδυτο που πήρε το πλοίο για το Ellis Island πριν ενενηντατόσα χρόνια.
Και δεν το ξεχνάω αυτό.
ΥΓ: δε δημοσιεύω τις φωτογραφίες για ευνόητους λόγους. Επίσης οι χρονολογίες (με εξαίρεση το 1946) μπορεί να μην είναι 100% ακριβείς, διότι δεν παίζει να ξυπνήσω κάποιο μεγαλύτερο για να τις τσεκάρω 