1. Απόσπασμα[1]

Απέναντι σε μια τέτοια μορφή τέχνης, έτσι καθιερωμένης, όπως για παράδειγμα η κλασικιστική ή και οποιαδήποτε άλλη ανάλογή της, οι ατομικές αντιστάσεις στις ενδεχόμενες παραχρήσεις -και υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν είναι εμφανείς, όπως στις περιπτώσεις που αναλύσαμε- δεν είναι εύκολες. Όταν διατυπώνονται, δεν είναι πάντα αποδεκτές και συχνά θεωρούνται ότι αμφισβητούν τον πυρήνα του έργου και όχι την παράχρησή του. Τέτοιες γνώμες χαρακτηρίζονται συχνά ως ιερόσυλες, καταδιώκονται και δεν αρκούν για να οδηγήσουν εγκαίρως σε ευρύτερα αποδεκτές υποψίες ότι πρόκειται ίσως για παράχρηση. (σημ: έμφαση δικιά μου) Και μόνο το γεγονός της καθιέρωσής τους, το ότι δεν απευθύνονται στον κόσμο, που θα συμπληρώσει ή θα αποκαλύψει το βαθύτερο νόημά τους, αυτό αποκλείει ή έστω αποθαρρύνει το διερευνητικό στοχασμό (σημ: η έμφαση στο πρωτότυπο) -μήπως δηλαδή κάποια από αυτά τα έργα ή και ρυθμοί γενικότερα ενέχουν δυνητικές καλλύνουσες προεκτάσεις ή και άλλες επικινδυνότητες. Έτσι μερικές φορές η εκδήλως καθιερωμένη τέχνη δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την κριτική φύλαξη που της οφείλουμε όσοι ελεύθεροι αισθανόμαστε ακόμα.

Απλώς όπου κλασικιστική τέχνη βάλτε κλασικιστικά ορθός (classically correct) λόγος[*].

[1] Α-Ι. Δ. Μεταξά, “Η υφαρπαγή των μορφών (από την πολιτική ομιλία του κλασικισμού)“, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003

Leave a Reply