(disclaimer: δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να διατυπώσω με ακρίβεια αυτό που θέλω στο συγκεκριμένο ποστ χωρίς να προσβάλω πάρα πολύ κόσμο [ακόμα και για τα δικά μου δεδομένα], που σημαίνει ότι βγαίνει λίγο κωλοχανείο οπότε προσπαθήστε να μη με πολυζαλίσετε με pedanticισμούς)
Τα περιαστικά δάση λοιπόν υποχωρούν. Πολύ σωστό. Αρκεί να γίνει σαφές ότι με τον όρο “περιαστικά δάση” εννοούμε κυρίως “ah hoc ψωροπευκοδάση που έτσι κι αλλιώς ποτέ δε φιλοδοξούσαν να έχουν ιδιαίτερη σχέση με το real thing”, και να εστιάσουμε στην ισοδύναμη (κι όμως πολύ πιο ακριβή) πρόταση “η πόλη επεκτείνεται”. Και μάλιστα επεκτείνεται με τον πλέον αναποτελεσματικό τρόπο αν αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η λειτουργικότητά της σαν σύνολο.
Έχω δει πολλές φορές την Πεντέλη να καίγεται. Την πρώτη φορά πόνεσε. Τη δεύτερη το ίδιο. Την τρίτη άρχισα να σκέφτομαι πράγματα όπως “ε προφανώς το θέλει και ο οργανισμός τους των σκατόπευκων” και “ας το πάρουμε απόφαση, οι ιδιοκτήτες της περιοχής δε θα ησυχάσουν αν δε γίνει κάτι σαν το Χαλάνδρι”.
Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα ότι το Χαλάνδρι πριν 40 χρόνια ήταν κυρίως ρεματιές και μποστάνια. Οι Αμπελόκηποι… αμπελόκηποι. Η Παλλήνη και το Πικέρμι αμπέλια και πευκοδάσος. Το Ελ. Βενιζέλος ελιές και αμπέλια. Το πάρκινγκ του μετρό στην Κατεχάκη φυστικιές. Τα 48 χιλιόμετρα της δεύτερης λωρίδας της Μαραθώνος (που έγινε άσφαλτος με τη διαπλάτυνση του 2004) αιωνόβια πεύκα που σε πολλά σημεία σκέπαζαν το δρόμο για εκατοντάδες μέτρα. Η “παραλιακή του Σπατανιού” (Λούτσα) αμμοθίνες και κουκουναριές.
[Μόνο στην Παλλήνη και μόνο τα τελευταία πέντε χρόνια έχω δει να κόβονται τόσα δέντρα για να χτιστούν σπίτια, μαγαζιά, εργοστάσια, σχολεία, δρόμοι που -αν λάβουμε υπόψη την ηλικία, την ποικιλία και συχνά την ιστορία τους- ισοδυναμούν με αρκετές χιλιάδες στρέμματα από τα ψωροπευκοδάση που καίγονται κάθε λίγο και λιγάκι. Και τι μπαίνει στη θέση τους; Τσιμέντο με ελάχιστες ζαρντινιέρες (αν είναι μαγαζί που θέλει να παρκάρουν οι πελάτες του, μόνο τσιμέντο ή άσφαλτος). Ούτε καν ένας κήπος της προκοπής. Χάνεις τετραγωνικά άμα κάνεις κήπο. Στοιχίζει 100 ευρώ παραπάνω να αφήσεις ένα πεύκο στη μέση του πάρκινγκ γιατί η άσφαλτος εκεί θα στρωθεί από εργάτες αντί να στρωθεί όλη μια κι έξω με τα μηχανήματα. Και στο κάτω-κάτω γιατί να σου χαλάει τη μόστρα (ΖΑΝΤΟΛΑΣΤΙΧΑ Ο ΚΙΤΣΟΣ) ένα κωλόπευκο;]
Το στερεότυπο θέλει το πράσινο να καταστρέφεται από λεφτάδες για τις αυθαίρετες βίλες τους. Επιτρέψτε μου να παρατηρήσω ότι οι βίλες είναι όλες κι όλες κάτι χιλιάδες σε όλη την Αττική, ενώ τα -συνήθως εξίσου αυθαίρετα- σπιτάκια και εξοχικά φτωχών -ή λιγότερο φτωχών- βιοπαλαιστών είναι πιθανόν της τάξης των εκατοντάδων χιλιάδων και οι αντιπαροχές (ο παραδοσιακός μηχανισμός μετατροπής ενός φτωχού βιοπαλαιστή σε αφορολόγητο εισοδηματία) ακόμα περισσότερες. Και βέβαια ο τελευταίος βλάκας μπορεί να συμμετάσχει σε ένα συνεταιρισμό και να πιέσει μαζί με άλλους 100 ομοειδείς του για να χτιστεί ένα μέρος.
Έχουμε το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη μετά την Ισπανία (την τριπλάσια σε μέγεθος Ισπανία), τα ακίνητα είναι συνδεδεμένα με το εύκολο κέρδος και εισόδημα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού (και ανεξαρτήτως μεγέθους του ακινήτου: μέχρι πρόσφατα -ΦΠΑ στις οικοδομές κλπ- η αντιπαροχή ήταν ουσιαστικά αφορολόγητη, που σημαίνει ότι ένας πανίβλακας που κληρονόμησε μια αλάνα μπορούσε πολύ εύκολα να βγάλει 150.000 ευρώ αφορολόγητα κάνοντάς την πολυκατοικία) και η οικονομία μας κατά το 1/3 κινείται από τα ακίνητα και τις οικοδομές.
Έχουμε δηλαδή το “δικαίωμα” οποιουδήποτε να φιλοδοξεί να αποκτήσει έστω και εκατό τετραγωνικά οπουδήποτε και να πιέζει για την οικοδόμησή τους, γιατί αν το πετύχει αυτό μπορεί να ελπίζει σε ένα εξωφρενικό κέρδος (για την πάρτη του βέβαια).
Ε, βάλτε μερικά εκατομμύρια από τέτοιους “δικαιούχους” σε ένα πολύ μικρό μέρος (ας πούμε το Ν. Αττικής). Προφανώς και δε θα μείνουν δάση. Είναι υποπερίπτωση του “δε θα μείνει τίποτα άχτιστο”.
(to be continued)