Διάβασα την κριτική του Θάνου Σαμαρτζή στην Καθημερινή αυτής της Κυριακής (Πολεμικές σάλπιγγες για το Θεό…), και αισθάνομαι την ανάγκη να παρατηρήσω κάποια πράγματα. Η φράση που μου τη δίνει, είναι η εξής:
Ο Ντώκινς θα μπορούσε εάν το ήθελε να αντιπαρατεθεί με τον Ντεκάρτ, τον Λάιμπνιτς, τον Καντ ή τον Χέγκελ· όλοι τους ήταν θρήσκοι και έγραψαν εκτενώς για τον Θεό και τη θρησκεία. Δεν το θέλησε. Αντιθέτως, έγραψε ένα βιβλίο όπου ο αντίπαλος εκπροσωπείται από τηλευαγγελιστές και ταλιμπάν, από την πιο τρομαχτική μισαλλοδοξία και τον πιο ανερμάτιστο φανατισμό.
Αισθάνομαι λοιπόν την ανάγκη να παρατηρήσω πως ο Ντεκάρτ, ο Λάιμπνιτς, ο Καντ και ο Χέγκελ δεν είναι γύρω στο 1.000.000.000 άτομα που να έχουν πολύ σημαντική επίδραση στο τι ακριβώς συμβαίνει στον πλανήτη. Αντίθετα οι κάθε λογής τηλευαγγελιστές και ταλιμπάν διαθέτουν αυτό το προσόν σε ανησυχητικά μεγάλο και διαρκώς αυξανόμενο βαθμό, σε περίπτωση που δεν το έχει προσέξει ο κ. Σαμαρτζής.
Υπό αυτό το πρίσμα, βρίσκω το συμπέρασμα
Ο Ντώκινς τα βάζει με ένα σκιάχτρο. Αναπόφευκτα η ένδεια του αντιπάλου φτωχαίνει αθεράπευτα το βιβλίο του.
κάπως ελιτιστικό.
Συμφωνώ ότι τα πνευματικά οικοδομήματα του Καντ και του Λάιμπνιτς έχουν μια κομψότητα, όμως η πικρή αλήθεια είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών τα έχει απολύτως χεσμένα. Για παράδειγμα όταν παρουσίασε τις ιδέες του ο Καντ, η αντίδραση των ομοθρήσκων του (ήταν Εβραίος) δεν ήταν “α μπράβο ρε Καντ, επιτέλους διατύπωσες ωραία αυτό που πιστεύουμε και όποιος θέλει στο μέλλον να μας την πει θα πρέπει να περάσει από εσένα, γιούπι”. Αντί για αυτό τον αφορίσανε. (άκυρο τον μπέρδεψα με τον Σπινόζα, αλλά αυτό έχει να πει ακόμα περισσότερα για την επίδραση του Καντ στο χριστιανικό εποικοδόμημα: πρακτικά μηδέν)
Η θρησκευτικότητα που κυριαρχεί, είναι η “αφελής” θρησκευτικότητα (σε διάφορες παραλλαγές). Όσο για τη συνειδητοποιημένη θρησκευτικότητα, έχει εξαιρετικά μεγάλη πιθανότητα να παίρνει φανατισμένη μορφή, γιατί -σε πείσμα των διανοουμένων- ο περισσότερος κόσμος λειτουργεί κατά βάση με κοινή λογική και η κοινή λογική λέει ότι δε γίνεται να έχεις ενωθεί βιωματικά με τον Κτίστη του Σύμπαντος σε μια άρρητη διαδικασία και να μην την έχεις δει λίγο κάπως.
Οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί να θεωρείται παρακατιανό ένα βιβλίο που καταπιάνεται με την αποδόμηση αυτών των μορφών της θρησκευτικότητας. Χώρια βέβαια που δεν καταπιάνεται αποκλειστικά με αυτές, που μας φέρνει στη δεύτερη μομφή μου για την κριτική: πιστεύω πως τα συμπεράσματα του δε δικαιολογούνται καθόλου από το περιεχόμενο του βιβλίου, και η προκατάληψη του κριτικού που θέλει να δικαιώσει πάση θυσία τον τίτλο του πονήματός του προσωπικά μου είναι αρκετά εμφανής. Για παράδειγμα το παρακάτω απόσπασμα της κριτικής
Σαν δείγμα του νέου πνεύματος των καιρών μάς παρουσιάζει ένα Νέο Δεκάλογο. Η πρώτη εντολή του μας προστάσσει: μην κάνεις στους άλλους ό,τι δεν θα ήθελες να σου κάνουν. Αν την είχε σκεφτεί λίγο περισσότερο θα δίσταζε να την πάρει κατά λέξη με τόση ευκολία. Διότι θα έκανε αδύνατο ακόμη και ένα απλό παιχνίδι σκάκι. Η τελευταία εντολή του Νέου Δεκαλόγου λέει: να αμφιβάλλεις για το καθετί. Oμως ο Ντώκινς φαίνεται να μην αμφιβάλλει για τίποτα. Oμως, η επιστήμη του Ντώκινς μοιάζει αλάθητη. Το ίδιο και ο ανθρωπισμός του.
είναι σχεδόν συκοφαντικό. Πρώτα απ’ όλα οπουδήποτε διατυπώνει τον παραμικρό ισχυρισμό που να σχετίζεται με την επιστήμη του (ή με άλλη επιστήμη), ο Ντώκινς λέει ρητά ότι τα δεδομένα μπορούν κάποια στιγμή να αλλάξουν. Δεύτερον ο “Νέος Δεκάλογος” σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται κάτι το ιερό ή το ξεχωριστό από τον Ντώκινς. Τον παρουσιάζει σαν κάτι ενδιαφέρον που διάβασε σε μια ανώνυμη σελίδα στο Ιντερνετ που κολλάει με τη συζήτηση. Τρίτον αυτό με το σκάκι που έγραψε ο κ. Σαμαρτζής είναι κοτσάνα ολκής που σώζεται αν και μόνο αν επιλέξουμε να την ερμηνεύσουμε σαν αποτυχημένο χιουμοράκι.
updates: Ο Simon@atheoi.org μου διόρθωσε το ορθογραφικό στον τίτλο (dellusion) και ο Αθήναιος μου επισήμανε ότι ο Θάνος Σαμαρτζής έχει blog.