κριτική
Saturday, October 27th, 2007(στο “Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία” του Ευγένιου Αρανίτση που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία 27-28/10/2007)
Συγνώμη αλλά αν είναι εκατομμύρια άνθρωποι να μισούν εκατομμύρια άλλους ανθρώπους στη βάση γεγονότων που σε τελική ανάλυση δε συνέβησαν ποτέ όπως τα φαντάζονται όλοι αυτοί οι μαλάκες, πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει για πολύ σοβαρότερους λόγους από το να αισθάνεται συναισθηματικά πλήρης ο κάθε δοκιμιογράφος. Για αυτή τη δουλειά εξάλλου υφίστανται από αρχαιοτάτων χρόνων οι γκομενοδουλειές. Ακόμα και οι εθνικιστές αντιλαμβάνονται ότι πίσω από ήρωες, θύματα, δόξες και τα λοιπά κρύβονται πιο πρακτικά πράγματα, όπως εξουσία, σύνορα, φρόνημα, ισχύς. Αλλά για να δικαιολογείς το όλο πανηγύρι με περίπλοκους μεταμοντερνίζοντες θρήνους για την υποκειμενικότητα και το συναίσθημα, πρέπει να τα βλέπεις τα πράγματα πολύ επιφανειακά και το τελευταίο που δικαιούσαι να επικαλεστείς είναι το βίωμα. Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται εμένα.
Αυτά ως προς την κεντρική ιδέα του κειμένου, που συμπτωματικά απαντάται (σε αρκετά λιγότερο βαριά μορφή είναι η αλήθεια) και στο άρθρο “Τα όχι και τα ναι της ιστορίας” του Σωκράτη Τσιχλια στην Καθημερινή). Κατά τα άλλα, το άρθρο αποτελεί για μένα μια ενδιαφέρουσα απόπειρα για ολομέτωπη επίθεση στο λάθος δρόμο που ως γνωστόν έχει πάρει η νεωτερικότητα. Ενδιαφέρουσα γιατί φαίνεται ότι τα μόνα όπλα που χρησιμοποιούνται είναι κοινοτοπίες, αχυράνθρωποι και κάθε λογής αφορισμοί. Θα σταθώ σε μία φράση που είναι ενδεικτική του όλου σκηνικού:
Ετσι, όσο πιο βαθιά, μέσα του, εντοπίζει κανείς τη ρίζα μιας ιδέας, τόσο πιο πειστικά δικαιολογημένοι νιώθουν οι άλλοι στο να την αντιπαρέρχονται, υπό την έννοια ότι το βάθος, παντελώς αόρατο σ’ ένα σύμπαν αποκλειστικά θεμελιωμένο στην ορατότητα, έχει χάσει την ψήφο εμπιστοσύνης.
Μια κλασική κοινοτοπία: τα πάντα θεμελιώνονται στην (πεζή, εννοείται) ορατότητα, δεν υπάρχει πια πίστη στο (πάντοτε ανώτερο και βαθύ) μέσα μας, και φυσικά τι κάνει αυτό το μιαρό κατεστημένο της πεζότητας παρά να καταπιέζει (λοιδωρώντας) όσους τολμούν να αντιστέκονται;
Ανοησίες. Αν μου πει κάποιος “ξέρω βαθιά μέσα μου ότι την αγαπάω αυτήν εκεί” δεν πρόκειται να το αμφισβητήσω, ούτε βέβαια να το κοροϊδέψω (καλά το 2ο εξαρτάται από το τι παίζει στ’ αλήθεια με τη γκόμενα). Αν μου πει όμως “ξέρω βαθιά μέσα μου ότι δεν ισχύει ο νόμος της βαρύτητας” θα του πω “τι λες ρε μαλάκα;”. Και δεύτερον δε μου φαίνεται και πάρα πολύ ορατό πράγμα η μερική παράγωγος ως προς την τρίτη μεταβλητή μιας συνάρτησης με σύνολο ορισμού ένα χώρο Ρήμαν, ή ο νόμος της αξίας, ή άλλες τέτοιες έννοιες που ψηλαφεί ο απονευρωμένος ορθολογισμός όταν ο “ανθρώπινος” υποκειμενισμός επινοεί βλακείες και σπαράσεται για την ορθή ερμηνεία τους.