Αρχείο: August, 2008

όχι άλλα σποτάκια για τα λατομεία και το νερό

Tuesday, August 26th, 2008

Μου ‘ρχεται να πάω στο Μαρκόπουλο με μια αξίνα και να αρχίσω να σκάβω μέχρι να εξαφανιστεί όλο το βουνό, έχοντας αφήσει τη βρύση ανοιχτή κατά τη διάρκεια της επιχείρησης.

“επί τούτω «εκσερβίστηκε»”…

Sunday, August 3rd, 2008

Η οριστική εκ μέρους μου υιοθέτηση του μηδενισμού σαν στάση ζωής συνδυαζόμενη με το συγκυριακό γεγονός ότι σε γενικές γραμμές τα περνάω τέλεια, είχε σαν αποτέλεσμα να μη μπορώ να τσαντιστώ εύκολα διαβάζοντας ή ακούγοντας μαλακίες. Ειδικά σήμερα που είναι η τελευταία μέρα πριν αναχωρήσω για τον ονειρεμένο προορισμό μου και ταυτόχρονα -λόγω ημερομηνίας- η πέμπτη συναπτή εβδομάδα όπου το SnR των ΜΜΕ βρίσκεται απίστευτα κοντά στο μηδέν, θεωρούσα εύλογη την εικασία πως τίποτα δε θα μπορούσε να με εκνευρίσει καθώς άνοιγα την κυριακάτικη εφημεριδούλα μου και ρουφούσα τον ντικάφ “καφέ” μου. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε κάποιος να δημοσίευε άρθρο που να συνδύαζε τις αρετές της ψευδοεπιστήμης, της παραθρησκείας, των δύο μέτρων και δύο σταθμών, της υπόρρητης απαίτησης οι φορολογούμενοι να πληρώνουν το όλο του παραμύθι ως “εθνικά ωφέλιμου” και προφανώς του θράσους, σε έναν ιδιαίτερα εξωτικό συνδυασμό. Αυτή τη Βασίλισσα των κουτοπόνηρων άρθρων κατέφερε να τη δημοσιεύσει σήμερα στο “Βήμα” ο ειδικός επί των γλωσσικών θεμάτων. Μιλάω φυσικά για το “Γλωσσικές Παραχαράξεις” του Γ. Μπαμπινιώτη.  Ο οποίος μας πληροφορεί ότι τυγχάνει “καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.”. Κάτι που σε τελική ανάλυση ταιριάζει τέλεια με το περιεχόμενο, μια και οι τρεις τίτλοι συνοψίζονται υπό μηδενιστική θεώρηση στο “υπάλληλος του κρατικού μηχανισμού προπαγάνδας της Ελλάδας”.

Καταλαβαίνω ότι μέχρι στιγμής το ποστ δίνει την εντύπωση προσωπικής επίθεσης, αλλά στην πραγματικότητα δε στηλιτεύω τον αρθρογράφο, παρά το σύστημα που δημιουργεί και ανταμοίβει τον τρόπο σκέψης του αρθρογράφου. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο κ. Μπαμπινιώτης θεωρεί καλόπιστα πως διατυπώνει επιστημονική άποψη. Δεν έχω όμως την παραμικρή αμφιβολία ότι αυτό που διατυπώνει στην πραγματικότητα είναι ξεπερασμένη ψευδοεπιστήμη που μόνο σαν δεκανίκι μιας ιδεολογίας μπορεί να έχει την παραμικρή αξία. Όταν ένας από τους κορυφαίους που έχει η χώρα στον κλάδο της Γλωσσολογίας γράφει τέτοιες κοτσάνες με ύφος χιλίων καρδιναλίων, είναι σαφές ότι κάτι είναι στρεβλό στο τρόπο που προσλαμβάνεται λειτουργεί η Γλωσσολογία σε αυτή τη χώρα (κατά τον ίδιο τρόπο που προσλαμβάνεται στρεβλά η Βιολογία στις πολιτείες των ΗΠΑ όπου ανθεί ο δημιουργισμός). Ας δούμε λίγο τις τρεις “γλωσσικές παραχαράξεις” που επιστημονικότατα αποδίδονται στους “Σκοπιανούς”:

Πρώτη γλωσσική παραχάραξη κατά τον κ. Μπαμπινιώτη είναι φυσικά το όνομα της χώρας. “Αφού Μακεδονία δε σημαίνει αυτό, εκείνο το μέρος λεγόταν Περιοχή του Βαρδάρη” φαίνεται πως είναι το κεντρικό επιχείρημα. Οποιοσδήποτε έχει διαβάσει το υποχρεωτικό απόσπασμα από τον Σωσύρ στις εισαγωγές όλων των βιβλίων του κ. Μπαμπινιώτη είναι σε θέση να γνωρίζει ότι γράφοντας τέτοιες παπαριές αντιστρατεύεται το θεμελιώδη κανόνα της Γλωσσολογίας που είναι η συμβατική σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου. Δεν υπάρχει κάποιος φυσικός, νομοτελειακός λόγος να αποκαλείται μια περιοχή “Μακεδονία”, “Περιοχή του Βαρδάρη” ή “Κατσικάκι στο φούρνο με πατάτες” στο διηνεκές. Μπορεί να έχει ύποπτα πολιτικά κίνητρα μια μετονομασία του στυλ “Βαρδάρης -> Μακεδονία”, αλλά γλωσσική παραχάραξη ΔΕΝ είναι γιατί σε όλες τις γλώσσες του κόσμου καθημερινά αλλάζει ο τρόπος που λέγονται κάποια πράγματα και αλλάζουν τα πράγματα που σημαίνουν κάποιες λέξεις. Και αυτό το τελευταίο δεν το λέω εγώ, το λέει ο Μπαμπινιώτης. Επιπλέον άμα θεωρείς γλωσσική παραχάραξη το επίσημο όνομα που διάλεξε μια χώρα υπό δημιουργία, και δε θεωρείς γλωσσική παραχάραξη τις 10.000+ ελληνοποιήσεις τοπωνυμίων που έχουν συμβεί και συμβαίνουν τα τελευταία 150 χρόνια στη χώρα σου, τότε άλλο είναι αυτό που σε χαλάει και όχι η επιστημονική βάσανος.

Η δεύτερη και η τρίτη γλωσσική παραχάραξη είναι στενά συνδεδεμένες. Το κεντρικό επιχείρημα εδώ είναι ότι η γλώσσα “των Σκοπίων” είναι εκσερβισμένη βουλγαρική. Συνεπώς δε μπορεί να ονομάζεται “Μακεδονική” γιατί η “Μακεδονική” ήταν η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων. Επιπλέον διαφέρει από τα “σλαβομακεδονικά” που μιλιούνται σε ορισμένα μεθοριακά χωριά της Μακεδονίας(R) μας από Έλληνες(ΤΜ), γιατί τα δεύτερα δεν εκσερβίστηκαν όπως αυτή. Η μία γλωσσική παραχάραξη λοιπόν είναι ότι χρησιμοποιείται το όνομα “Μακεδονικά” για τη γλώσσα αυτής της χώρας, και η άλλη ότι ταυτίζονται με τα σλαβομακεδονικά που μιλιούνται στην Ελλάδα ενώ είναι διαφορετικές γλώσσες.

Σε αυτό το σημείο ο κ. Μπαμπινιώτης αποκαλύπτει την άγνοιά του για τη μορφή που έχει το σλαβικό γλωσσικό συνεχές από την Πράγα μέχρι το Βλαδιβοστόκ, και ιδιαίτερα στην περιοχή των Νότιων Βαλκανίων. Η κατάσταση έχει περίπου ως εξής: ξεκινάς από το Βελιγράδι και μιλάνε σερβικά, πας στο διπλανό (νοτιότερο) χωριό και μιλάνε λιγουλάκι διαφορετικά, πας στο πιο διπλανό χωριό και μιλάνε λιγουλάκι πιο διαφορετικά, μέχρι που στο τέλος έχεις φτάσει στη Σόφια όπου όλοι μιλάνε Βουλγαρικά χωρίς ούτε μια στιγμή να βρεθείς ανάμεσα σε δύο χωριά που το ένα να μην καταλαβαίνει το άλλο. Έτσι κι αλλιώς, το να λέμε “Βουλγαρικά” και “Σερβικά” δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το να λέμε “Ταμίλ” και “Ιταλικά”. Αν δε με πιστεύετε, ορίστε τρεις στίχοι από το “Πάτερ Ημών” στα Ταμίλ και στα Ιταλικά:

Paralokathil Irukkum Enggal Pithaavea,
Ummudaya Naamam Archikkapaduvathaaga,
Ummudaya Raajyam Varuga,
Ummudaya Siddham Paralokathil Seyya Paduvathupola (Ταμίλ)

Padre Nostro, che sei nei cieli,
Sia santificato il tuo nome.
Venga il tuo regno,
Sia fatta la tua volontà,
Come in cielo, così in terra. (Ιταλικά)

Όπως βλέπετε δε μοιάζουνε και πάρα πολύ. Επαναλαμβάνουμε τώρα με σλαβικές γλώσσες:

Оче наш, који си на небесима,
да се свети име Твоје,
да дође царство Твоје,
да буде воља Твоја
и на земљи као на небу. (Σερβικά)

Оче наш, којшто си на небесата,
да се свети името Твое;
да дојде царството Твое;
да биде волјата Твоја
како на небото, така и на земјата. (Μακεδονικά)

Отче наш, който си на небесата,
да се свети Твоето име,
да дойде Твоето царство,
да бъде Твоята воля
както на небето, така и на земята. (Βουλγαρικά)

Oče naš, koji jesi na nebesima,
sveti se ime Tvoje,
dođi kraljevstvo Tvoje,
budi volja Tvoja
kako na nebu tako i na zemlji. (Κροατικά)

Ojcze nasz, któryś jest w niebie,
święć się imię Twoje,
przyjdź królestwo Twoje,
bądź wola Twoja
Jako w niebie, tak i na ziemi. (Πολωνικά)

Отче наш, сущий на небесах.
Да святится имя Твое;
да приидет Царствие Твое;
да будет воля Твоя
и на земле как и на небе (Ρωσικά)

Με λίγα λόγια τι να κάνουμε, όλοι αυτοί οι μαλάκες μιλάνε τρομερά παρόμοιες γλώσσες. Ο λόγος που μιλάνε τρομερά παρόμοιες γλώσσες είναι ότι η διαφοροποίησή τους ξεκίνησε μόλις πριν 1500 χρόνια και ότι όλες επηρεάστηκαν από την Αρχαία Εκκλησιαστική Σλαβονική (τη γλώσσα στην οποία μεταφράστηκε η Βίβλος). Επιπλέον όλοι οι σλαβικοί λαοί έζησαν κυρίως σε αχανείς πολυεθνικές αυτοκρατορίες (Ρωσική, Οθωμανική, Αυστροουγγρική) και συνεπώς δεν ήταν απομονωμένοι ο ένας από τον άλλον. Δεν τελείωναν δηλαδή κάπου “οι Σέρβοι” και να αρχίζουν π.χ. “οι Βούλγαροι”. Έτσι τον καιρό της ανάδυσης του εθνικισμού στη Βαλκανική υπήρχε ένα διαλεκτικό συνεχές “σερβοβουλγαρικής” που ξεκίναγε από το Βελιγράδι σαν “σερβικά” και έφτανε ως τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας σαν “βουλγαρικά”. Όλα τα ενδιάμεσα ιδιώματα ήταν… ενδιάμεσα. Αυτοί που έγραψαν την πρώτη βουλγαρική γραμματική (κάτι αμερικανοί ιεραπόστολοι) επέλεξαν να τη βασίσουν στα ανατολικά ιδιώματα της Μαύρης Θάλασσας, και όχι στα πιο “σερβοειδή” της Μακεδονίας. Και σε αυτή τη γραμματική βασίστηκε η επίσημη γλώσσα του Βουλγαρικού εθνικισμού. Σε πλήρη αντίθεση δηλαδή με αυτό που λέει ο Μπαμπινιώτης, είναι τα Βουλγαρικά που “εκβουλγαρίσθηκαν” και όχι τόσο τα Μακεδονικά που “εκσερβίστηκαν”. Και γενικά είναι ότι από τα διαλεκτικά συνεχή επιλέχθηκαν παντελώς αυθαίρετα κάποια ιδιώματα τα οποία αναγορεύτηκαν σε “επίσημες γλώσσες” και συστηματοποιήθηκαν. Όσο για τα σλαβομακεδονικά, πράγματι λόγω του ότι δεν ρυθμίστηκαν όπως η επίσημη γλώσσα της Μακεδονίας παρουσιάζουν κάποιες μικρές διαφορές με τα επίσημα “Μακεδονικά” (περίπου τις ίδιες που έχουν τα Θεσσαλονικιότικα με τα επίσημα Ελληνικά), αλλά αυτό από μόνο του (η έμφαση γιατί δεν προτίθεμαι να μπω στην ουσία του θέματος της ύπαρξης ή όχι μειονότητας αλλά μόνο να δείξω την ηλιθιότητα του συγκεκριμένου επιχειρήματος) δεν καθιστά τους ομιλητές τους “μη Μακεδόνες”.

Για να το πω πιο απλά, το γεγονός ότι οι Κωνσταντινουπολίτες λένε ακόμα “τον είπα που δε με αρέζει αυτό” ενώ εμείς το έχουμε κάνει (στην κρατικά ρυθμιζόμενη γλώσσα μας) “του είπα ότι δε μου αρέσει αυτό“, από μόνο του, δε συνεπάγεται ότι οι Κωνσταντινουπολίτες δεν είναι ελληνική μειονότητα στην Τουρκία. Και δε μπορεί και να το συνεπάγεται, όταν γίνεται αντιληπτό για πόσο ασήμαντες διαφορές μιλάμε. Η όλη συλλογιστική Μπαμπινιώτη βασίζεται στην ολική άγνοια του αναγνώστη (πιθανόν και του ίδιου) για τις υπό συζήτηση γλώσσες.

Αλλά δεν είναι τόσο η άγνοια που μου ανάβει τα γλομπάκια, γιατί στο κάτω-κάτω σκασίλα μου. Είναι η δήθεν έκπληξη και η απροκάλυπτη ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζει ο κ. Μπαμπινιώτης το (κατ’ αυτόν) γεγονός ότι η σημερινή μορφή της Μακεδονικής γλώσσας είναι 100% αποτέλεσμα τεχνητής παρέμβασης. Πρώτον γιατί προέρχεται από τον ίδιο άνθρωπο που έχει τόσο λίγο πρόβλημα με τις τεχνητές παρεμβάσεις ώστε να θεωρεί ρυθμιστέα ακόμα και την ορθογραφία της λέξης “καντήλι” στη φράση “σου γαμώ το καντήλι” και δεύτερον γιατί ο κ. Μπαμπινιώτης έχει πολλάκις παινέψει (σε ένα κείμενο που επίσης σέρνει στις εισαγωγές σχεδόν όλων των βιβλίων του τα τελευταία 30 χρόνια) τις αντίστοιχες παρεμβάσεις των καθαρευουσιάνων, οι οποίες αφαίρεσαν από την ελληνική γλώσσα τον τουρκικό, το βενετσιάνικο, το σλαβικό και τον κάθε-καρυδιάς-καρύδι χαρακτήρα της.

Με λίγα λόγια ο κ. Μπαμπινιώτης αντιφάσκει με την επιστήμη του (που δέχεται πράγματα όπως το συμβατικό της σχέσης σημείο-σημαινόμενου, το συμβατικό της επίσημης γλώσσας, το συμβατικό της διάκρισης γλώσσας και διαλέκτου κλπ), με τον εαυτό του (που κατηγορεί τους Μακεδόνες για τα ίδια πράγματα που στην περίπτωση των Ελλήνων θεωρεί καλά και αναγκαία και για την ακρίβεια έχει κατά καιρούς προωθήσει όσο λίγοι), ακόμα και με το βασικό savoir vivre των ακαδημαϊκών που λέει ότι αποφεύγουμε τις αυτοπαραπομπές (αντί θα δηλώνουμε την πικρία μας που το ελληνικό κράτος δεν τις χρηματοδότησε αδρά). Αυτό με το οποίο δεν αντιφάσκει είναι η βασική προϋπόθεση της ανάπτυξης θεωρητικών επιστημών όπως η αρχαιολογία, η φιλολογία, η ιστορία και η ανθρωπολογία στη χώρα μας που  είναι να δέχονται αξιωματικά και να παρέχουν επιχειρήματα προς ενίσχυση της δήθεν “ιδιαίτερης σχέσης” που έχει η ιδεολογία du jour του νεοελληνικού έθνους-κράτους με την πραγματικότητα.

Και να σας πω κάτι; Στ’ αρχίδια μας κι εμάς, Κωστής Παλαμάς. Όλα αυτά είναι όλο και περισσότερο κάποτε.

* τα πατερημά είναι από τη Wikipedia