ο παππούς μου
Ο παππούς μου έζησε όλη τη ζωή του τίμια, έκανε τα πάντα για τις κόρες και τα εγγόνια του, ήταν αλάνι με τα αλάνια και κύριος με τους κυρίους, είχε φοβερό χιούμορ, με έμαθε να διαβάζω αν και απόφοιτος δημοτικού και ήταν υψηλοτάτου επιπέδου άνθρωπος. Πέθανε πριν εφτά μήνες, εξαιρετικά αργά και επώδυνα για αυτόν και για εμάς, έχοντας ξεχάσει τα πάντα. Αλλά άφησε μόνο γλυκές αναμνήσεις και δεν υπάρχει άνθρωπος που να τον γνώρισε και να μην τον σκέφτεται με αγάπη ή θαυμασμό ή και τα δύο. Πόσοι μπορούν να περηφανευτούν για κάτι τέτοιο; Εγώ όχι πάντως, παρά τα διδακτορικά μου και τις γλώσσες μου και τα λεφτά μου και τα ταξίδια μου. Και ξέρω ότι ποτέ δε θα μπορέσω να τον φτάσω, κι ας ζήσω διακόσια χρόνια.
Μέσα στα σκατά, την ατιμία, τη βλακεία, ακούγοντας και βλέποντας εκατομμύρια μαλακίες κάθε μέρα και ζώντας το απόλυτο θέατρο του παραλόγου, δεν πρόκειται ποτέ να τους κάνω τη χάρη και να τσακιστεί ο πυρήνας της ύπαρξής μου. Γιατί θυμάμαι τον παππού μου, που με λάτρευε πολύ περισσότερο απ’ όσο μου άξιζε. Σκέφτομαι πόσο υπέφερε τα τελευταία του χρόνια κι ότι αυτά που περνάω εγώ είναι απολύτως μηδαμινά μπροστά στο μαρτύριό του. Όταν έχεις την τιμή να έχεις συνδεθεί τόσο στενά με έναν τέτοιον άνθρωπο, τίποτα μα τίποτα δε μπορεί να σε αγγίξει.
Αυτό είναι ίσως και το πιο σημαντικό πράγμα που μου άφησε ο παππούς μου. Ένα κομμάτι μέσα μου που θα είναι πάντα καθαρό και με το κεφάλι ψηλά.
Ή τέλος πάντων αυτό έμεινε, πέρα από τις αναμνήσεις.