Archive for the 'Υψηλή Λογοτεχνία' Category

6. Το Όραμα

Thursday, October 20th, 2005

-Ουφ, μ’ αυτά και με τ’ άλλα έχω να χέσω δύο μέρες, σκέφτηκε το χρυσόψαρο. Κοίταξε γύρω του. Το μόνο πράγμα μέσα στο θεοσκότεινο κελί που θύμιζε αμυδρά WC ήταν ένα στρογγυλό λεκανάκι με δόντια. «Μα ακόμα και σ’ αυτό είναι σαδιστές;» αναρωτήθηκε. Έκανε όμως την καρδιά του πέτρα και έκατσε στο –καθόλου αναπαυτικό- λεκανάκι. Δυστυχώς η ανακούφιση δεν κράτησε πολύ. Με το που βγήκε η πρώτη –διόλου ευκαταφρόνητου μεγέθους- κουράδα, τα χείλη του λεκανακίου έκλεισαν με δύναμη, χαρίζοντας στο χρυσόψαρο 78 ουλές από ισάριθμα δόντια, τις οποίες έδειχνε έκτοτε με κάθε ευκαιρία, περιγράφοντας την τιτάνια μάχη του με Τα Σαγόνια του Καρχαρία.

-Μα είναι τρόπος αυτός να φέρεσαι στον κόσμο; Είπε το τέρας.

-Μμμ, συγγνώμη, σας πέρασα για WC, ήταν η αποστομωτική απάντηση του ήρωά μας.

-Ε, ναι, αλλά το κουράδι σου δεν ήταν καθόλου νόστιμο. Άλλη φορά να τρως λιγότερο σπανάκι, δήλωσε πικραμένο το Τέρας. Τέλος πάντων, είμαι ο φύλακας άγγελός σου, και σου φέρνω ένα μήνυμα από το αφεντικό μου….

-…Τι λε ρε φίλε;! Γιατί σε έχουνε μέσα; Για χόρτο; Ρώτησε με αηδία το –άθεο- χρυσόψαρο.

-Δε με πιστεύεις λοιπόν, ε; ειρωνεύτηκε ο Φύλακας Άγγελος. Τώρα και θα δεις…

Και με αυτά τα φοβερά λόγια, μίκρυνε σαν κεφάλι καρφίτσας και στη συνέχεια άρχισε να φουσκώνει αργά αλλά σταθερά. Σε πέντε λεπτά περίπου, είχε αποκτήσει το μέγεθος ενός ελέφαντα και τότε άρχισε να δονείται όλο και πιο δυνατά, ώσπου ελευθέρωσε μια κλανιά ισχυρή σα χιονοστιβάδα. Αμέσως το κελί γκρεμίστηκε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

Το χρυσόψαρο τα είδε όλα. «Μεγάλε, τι πορδίκουλας ήταν αυτός! Αναμφίβολα είσαι Άγγελος! Πόσο μετανιώνω για τη δυσπιστία μου!».

-«Έλα τώρα, δεν έχουμε καιρό γι’ αυτά, το διέκοψε κορδωμένος ο Φύλακας Άγγελος. Άκου τώρα το μήνυμα από το Μεγάλο:

«ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΤΗ ΛΥΣΗ ΣΤΑ ΚΑΥΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΕ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝ ΜΟΛΙΣ ΠΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΝΑ ΔΙΑΛΟΓΙΣΤΕΙΣ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΤΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ».

«Και τώρα κάντηνα πριν έρθουν οι φρουροί». Και αφού είπε και ελάλησε έτσι, ο Άγγελος ανελήφθη εις τους ουρανούς.

«Κι όμως είχα την εντύπωση ότι οι ουρανοί σε γενικές γραμμές βρίσκονται προς τα πάνω» σκέφτηκε το χρυσόψαρο, αλλά επειδή δεν είχε καιρό για επιστημονικές αναζητήσεις την έκανε γρήγορα-γρήγορα κατά Έρημο μεριά.

5. Παρακμή

Thursday, October 20th, 2005

Το χρυσόψαρο ξύπνησε σε ένα κρύο και σκοτεινό μέρος. Αν είχε φως, τα χιλιάδες πρόστυχα λόγια στους τοίχους θα επιβεβαίωναν την υποψία του πως ήταν στην Ψειρού. Δε χρειαζόταν όμως. Η τεράστια φωσφορίζουσα επιγραφή

ΚΡΑΤΙΚΑΙ ΦΥΛΑΚΑΙ
(Καλή διαμονή. Μπουχαχα!!!!!)

δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για αισιοδοξία.

Αντιθέτως, ένας πρόχειρος απολογισμός της κατάστασης έδειχνε πως το χρυσόψαρο βρισκόταν σε ένα κομβικό σημείο της ζωής του. Η στέρηση το είχε μεταμορφώσει σε σκιά του εαυτού του. Ο κρουασανατζής το είχε προδώσει. Τώρα είχε και μπλεξίματα με τους Μπάτσους. Το ξύλο του είχε καταστρέψει το πεντικιούρ σε τρία δάχτυλα. Επιπλέον είχε τη φρικτή υποψία πως όλα αυτά οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στη χειρότερη γνωστή τιμωρία, ήτοι το ΜΠΑΝΙΟ με –ανατρίχιασε στη σκέψη – ΣΑΠΟΥΝΙ.

«Τώρα μεγάλε, ή θα αναστηθείς από τις στάχτες σου ή θα τα παρατήσεις» σκέφτηκε με μαχητική διάθεση, αλλά λίγο αργότερα η πραγματικότητα επανήλθε σε όλο της το αποκρουστικό μεγαλείο. «Χωρίς πεντικιούρ, τι νόημα έχει η ζωή;» ξανασκέφτηκε και αρπάζοντας με θέληση και τιτάνια αποφασιστικότητα το κουτάλι του, το βούτηξε στο λασπωμένο φαϊ της φυλακής και άρχισε να γράφει στον τοίχο το τελευταίο του σημείωμα:

Αγαπημένη μου Οικογένεια,

ήσουν το μόνο πράγμαπου αγάπισα στι ζοή μου. Όμος εσί με παράτισες και με πούλισες με βρομερώ τρόπω, για μια χούφτα δολάρια. Έτσι κι εγώ, για μια ακόμη φορά, φεύγω κια αφίνο πίσω μου όλες τις πίκραις που με πότισες. Ήθε το φάντασμά μου να στοιχειώνει τα όνειρά σου.

Αυτά έγραψε το χρυσόψαρο και ήταν πλέον πανέτοιμο να δώσει τέλος στη ζωή του με σκληρό και ανώδυνο τρόπο, όταν…

4. Η Επίσκεψη της Απελπισίας

Wednesday, October 19th, 2005

Η αντίδραση του κρουασανατζή ήταν εντελώς απροσδόκητη για το χρυσόψαρο. Το υποδέχτηκε με ένα συγκρατημένο χαμόγελο, που μπορούσε να σημαίνει «μπα, πώς από δω παλιόφιλε;» αλλά και «τι σκατά θέλει αυτό το πράγμα στο μαγαζί;».

Το χρυσόψαρο πάντως δεν πτοήθηκε. Μπήκε κατ’ ευθείαν στο ψητό, και ακολούθησε ο εξής ενδιαφέρων διάλογος:

«Για τι με κλάνεις ρε μουνόπανο;»

«…»

«Εγώ μια απάντηση θέλω, και η ερώτηση ήταν κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερα απλή. α) Γιατί δεν απαντάς στα μηνύματά μου και β) Γιατί δε μου έχεις δώσει ούτε μισό γαμημένο κρουασάν με γαμημένη γέμιση φράουλα όλο αυτό το γαμημένο χρονικό διάστημα;»

«…»

«Δε με λυπάσαι;»

«…»

«Μα δε μπορείς τουλάχιστον να μου πεις κάτι; Έστω να με διαολοστείλεις ρε αδερφέ!»

«…»

«Δε μπορείς να μου το κάνεις αυτό! Δε μπορείς! Εγώ νόμιζα ότι ήσουν καλός, ότι είχε βρεθεί μια λύση στο πρόβλημά μου. Τώρα διαπιστώνω μετά λύπης μου ότι μου έλεγες παπαριές.»

«…»

Το χρυσόψαρο συνέχιζε αμέριμνο τη συζήτηση με τον άσπλαχνο κρουασανατζή. Αυτό που δεν είχε δει ήταν το κουμπάκι που πάτησε ο κρουασανατζής κάποια στιγμή. Κι έτσι, η έκπληξή του δεν περιγράφεται όταν ο κρουασανατζής το έδειξε και ανοίγοντας για πρώτη φορά το στόμα του, πρόφερε αυτά τα τρυφερά λόγια:

«Αυτός είναι! Πάρτε τον, τον κωλοπρεζάκια και τσαταλιάστε τον στο ξύλο»

Το χρυσόψαρο έκπληκτο γύρισε πίσω του και αντίκρισε δυο Μπάτσους. Ο ένας από αυτούς κατέβαζε εκείνη τη στιγμή με δύναμη ένα κλομπ με ολοφάνερο προορισμό το κεφάλι του χρυσόψαρου.

Μετά όλα σκοτείνιασαν.

3. Στέρηση

Wednesday, October 19th, 2005

Το χρυσόψαρο τα ‘παιξε. Η ζωή του πλέον είχε γίνει μία κόλαση. Το πιο περίεργο ήταν πως όσο και αν προσπαθούσε, δε μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του το ζήτημα με τα κρουασάν. Τα έβλεπε στον ύπνο του, τα αποζητούσε όλη μέρα, και μόνο η θέα μιας άδειας συσκευασίας από κρουασάν με γέμιση φράουλα ήταν αρκετή για να το κάνει να ξεσπά σε γοερά και αηδιαστικά κλάματα. Η ιδέα της αυτοκτονίας είχε αρχίσει να του φαίνεται εξαιρετικά ελκυστική.

Ακόμα και ένας ηλίθιος θα καταλάβαινε πως η κατάσταση δε χωρούσε αναστολές και μικροεγωισμούς. Πόσο μάλλον το χρυσόψαρο. Έτσι, έκανε το μόνο πράγμα που του έμενε.

2. Ο Ταχυδρόμος Σπάνια Χτυπάει Έστω και Μία Φορά

Wednesday, October 19th, 2005

Εκεί λοιπόν που όλα έμοιαζαν μαύρα κι άραχλα, το χρυσόψαρο θυμήθηκε το παραθυράκι που του είχε αφήσει ο πονόψυχος κρουασανατζής. «Στέλνε μου άφοβα μηνύματα με απορίες σχετικές με την παρασκευή των κρουασάν». Δειλά δειλά, έστειλε το πρώτο μήνυμα: «Η φράουλα είναι βραζιλιάνικη ή χαβανέζικη;». Πέρασαν τέσσερις μέρες, αλλά απάντηση από τον κρουασανατζή δεν ήρθε.

Νέο μήνυμα: «ποιο είναι το κόστος παρασκευής ενός κρουασάν;». Πάλι καμία απάντηση. Αυτό ήταν. Ο κρουασανατζής είχε φτύσει τελείως το χρυσόψαρο. Πανικόβλητο εκείνο, κατάλαβε πως έπρεπε πάση θυσία να διατηρήσει ανοικτό το μοναδικό κανάλι επικοινωνίας που του είχε απομείνει, αν ήθελε να έχει ακόμα ελπίδες πως το πάθος του για κρουασάν με γέμιση μαρμελάδα φράουλα θα ικανοποιούνταν κάποτε. Έτσι άρχισε να στέλνει εκατοντάδες μηνύματα την ημέρα, μηνύματα όπως «χρησιμοποιείτε σφολιάτα ή ζυμάρι στα κρουασάν με γέμιση φράουλα» ή «πόση ώρα κάνει να φτιαχτεί ένα κρουασάν με γέμιση φράουλα», που θα λύγιζαν και την πιο σκληρή καρδιά.

Δύο ταχυδρομικά μπαρμπούνια πέθαναν από την κούραση. Τέσσερα ζήτησαν και πήραν πρόωρη συνταξιοδότηση. Ένα τρελάθηκε. Μέχρι την τελευταία του μέρα έπρεπε να το κρατάνε συνεχώς δεμένο, αλλιώς θα έκανε αδιάκοπα τη διαδρομή Σπίτι Χρυσόψαρου-Κρουασανατζίδικο-Σπίτι Χρυσόψαρου μέχρι να λιποθυμήσει από την κούραση. Τα υπόλοιπα ταχυδρομικά μπαρμπούνια προχώρησαν σε απεργία διαρκείας, μέχρι που πήραν ειδικό επίδομα επικινδυνότητας για τη συγκεκριμένη διαδρομή.

Αλλά ο κρουασανατζής απλά δεν απαντούσε.

1. Μια Πικρή Ιστορία

Wednesday, October 19th, 2005

Κάποτε ήταν ένα χρυσόψαρο. Με μακριά μαύρα μαλλιά, δύο αλλοίθωρα μάτια και ένα πελώριο ζεστό χαμόγελο που σου άνοιγε την καρδιά, παρά τα σάπια απ’ το χασίσι δόντια που το σχημάτιζαν.

Μια μέρα το χρυσόψαρο ξέμεινε από λεφτά. Όχι ότι θα το ένοιαζε και πολύ υπό κανονικές συνθήκες, αλλά είχε κάποιες ατυχίες στον ερωτικό τομέα που, όπως και να το κάνουμε, επέβαλλαν μια άλφα κατανάλωση stuff, αγχολυτικών, τσιγάρων, τζίνας και κρουασάν με γέμιση μαρμελάδα φράουλα. «Γάμησέ τα κι άφησέ τα» σκέφτηκε το χρυσόψαρο. «Εντάξει όλα τ’ άλλα (η τράκα να ‘ναι καλά), αλλά κρουασάν με γέμιση φράουλα δε βρίσκεις να κάνεις τράκα ούτε με σφαίρες».

Το πρόβλημα με τα κρουασάν αποδείχθηκε σωστός πούτσος. Επί μέρες το χρυσόψαρο γύρναγε στα κρουασανατζίδικα με την –κατά βάση σωστή- λογική του «αφού δε μπορώ να το φάω, ας το κοιτάω τουλάχιστον». Τα μάτια του είχαν αλληθωρίσει για τα καλά πια, το χαμόγελό του είχε εξαφανιστεί και τα μαλλιά του είχα αρχίσει να πέφτουν. Ήταν με λίγα λόγια ένα ράκος. Άσε που έχασε εντελώς την όρεξή του για stuff, αγχολυτικά, τζίνα και τσιγάρα.

Ένας κρουασανατζής το λυπήθηκε. “Κοίτα ρε παιδάκι μου” του είπε, “στο κρουασάν πρακτικά κοστίζει μόνο η γέμιση. Τζάμπα κρουασάν με γέμιση φράουλα δε μπορώ να σου δώσω, μη σου υπόσχομαι και μαλακίες. Μπορώ όμως που και που να σου δίνω ένα σκέτο κρουασάν με μια ιδέα μαρμελάδα φράουλα. Για να μη μας πάρει χαμπάρι το αφεντικό όμως, μην είσαι και συνέχεια εδώ. Όταν είναι να γίνει η δουλειά, θα σου στέλνω μήνυμα με το ταχυδρομικό μπαρμπούνι. Άμα θες να μάθεις και τίποτα λεπτομέρειες σχετικά με την παρασκευή των κρουασάν, στείλε μου κι εσύ μήνυμα με το ταχυδρομικό μπαρμπούνι. Ορίστε και η διεύθυνσή μου”.

Το χρυσόψαρο γύρισε σπίτι του με τα μάτια γεμάτα δάκρυα ευγνωμοσύνης για τον καλό κρουασανατζή. Κι ο κρουασανατζής γύρισε σπίτι του απόλυτα ικανοποιημένος που είχε φερθεί τόσο εντάξει στο χρυσόψαρο. Πριν λίγους μήνες μόνο, αυτός ήταν που του είχε δώσει να δοκιμάσει για πρώτη φορά κρουασάν με γέμιση φράουλα. Ένοιωθε βέβαια λίγες τύψεις που η πράξη του έφερε το χρυσόψαρο σε αυτό το χάλι, αλλά στην πολύ τελική οι προθέσεις του ήταν καλές και ούτε καν του είχε περάσει από το μυαλό η μελλοντική οικονομική καταστροφή του χρυσόψαρου.

Στην πραγματικότητα όμως τότε άρχισε ο απόλυτος εφιάλτης για τον ήρωά μας. Γιατί το μήνυμα που περίμενε δεν ερχόταν ποτέ. Όποτε πλησίαζε ταχυδρομικό μπαρμπούνι το κοιτούσε με μάτια που γυάλιζαν, και στην καρδιά του βασίλευε ένα περίεργο μίγμα προσμονής, ελπίδας και τρελής αισιοδοξίας. Σκατά όμως. Το ταχυδρομικό μπαρμπούνι πάντα προσπερνούσε το σπίτι του και άφηνε το μήνυμα στο γείτονα. Αυτή ήταν βέβαια η καλή περίπτωση. Γιατί η στραβή περίπτωση ήταν να έχει μεν μήνυμα το χρυσόψαρο, όμως το μήνυμα να είναι από τον κολλητό του το λαγό, ή από τη μάνα του, ή ακόμα χειρότερα από τον κρουασανατζή όπου παλιά το χρυσόψαρο έτρωγε κρουασάν βουτύρου.

Χρυσόψαρα (2 of many)

Wednesday, October 19th, 2005

Αυτό που θα ακολουθήσει το κάνω για 3 λόγους (με αύξουσα σειρά σπουδαιότητας):

α) Να τιμωρήσω το Νούλη και το Θάνο που δεν το διάβασαν όταν είχαν την ευκαιρία.
β) Έχω γενέθλια πολύ σύντομα και τα κέφια μου είναι εντελώς απογειωμένα.
γ) Θέλω να κάνω λογοτεχνική/σημειολογική ανάλυση και κακόβουλη κριτική στο ίδιο μου το κείμενο.

hook: Επίσης προειδοποιώ απαξάπαντες πως πρόκειται για ένα σιχαμερό πόνημα που ειλικρινά δε μπορώ να καταλάβω γιατί θα ήθελε κάποιος να το διαβάσει. Το θεωρώ εξόχως ακατάλληλο για τους κάτω των 18.

Αλλά άντε χεστείτε, όλοι έχουμε τα κολλήματά μας!

Και btw για τα επόμενα post ισχύει μια μικρή προσθήκη στην άδεια χρήσης (που μπορείτε να δείτε με το κουμπάκι Copyleft κάτω-κάτω):

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΝΑ ΤΑ ΣΤΕΛΝΕΤΕ Ο ΕΝΑΣ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΜΕ E-MAIL ΠΟΥ ΤΟ SUBJECT LINE ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΕΚ ΤΩΝ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ “FWD:”, “RE:”, ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΕ ΠΟΥ ΤΟ ΚΑΝΕΤΕ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ ΟΤΙ ΣΑΣ ΘΕΩΡΩ ΤΗΝ ΑΙΣΧΙΣΤΗ ΣΚΑΤΙΛΑ ΤΟΥ ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΙ ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ.